close
Είναι σημαντικός ο ρόλος του ΠΑΤΕΡΑ στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού;

Είναι σημαντικός ο ρόλος του ΠΑΤΕΡΑ στη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού;

Γράφει η Ειρήνη Ανδρικοπούλου, Ψυχολόγος- Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

Είναι  γεγονός  πως  ακόμα  και  στις  μέρες  μας,  οι  συζητήσεις  που  διεξάγονται  για  την  ομαλή  ψυχοσυναισθηματική  ανάπτυξη  των  παιδιών,  εστιάζουν  κατά  κύριο  λόγο  στο  ρόλο  της  μητέρας.  Η  μητέρα  είναι  εκείνη  που  από  την  περίοδο  της  εγκυμοσύνης  κιόλας,  θα  διαδραματίσει  καθοριστικό  ρόλο  στην  ψυχική  υγεία  και  ανάπτυξη  του  παιδιού.  Στη  συνέχεια  η  μητέρα  είναι  επίσης  η  κύρια  υπεύθυνη  για  το  συναισθηματικό  δεσμό  που  θα  δημιουργηθεί  με  το  παιδί  της,  ο  οποίος  θα  το  καθορίσει  και  στην  μετέπειτα  ζωή  του.  Με  λίγα  λόγια  προκύπτει  πως  η  μητέρα  είναι  ο  πρωταγωνιστής  στη  ζωή  του  παιδιού.  Ο  ρόλος  του  πατέρα  φαίνεται  να  υποβαθμίζεται, δίνοντας  του  έναν δευτερεύοντα  ρόλο,  κυρίως  εκείνο  του  θεατή.  Ο  ρόλος  της  μητέρας  σαφώς  και  είναι  πολύτιμος  και  καθοριστικός.  Αυτό  είναι  αδιαμφισβήτητο.  Ο  προβληματισμός  έγκειται  στην   μονόπλευρη  αντιμετώπιση  του  κοινωνικού  περιβάλλοντος  του  παιδιού,  η  οποία  εστιάζει  αποκλειστικά  στην  μητέρα.

Η  μονόπλευρη  αυτή  κατάσταση  στη  «σημαντικότητα»  των  δυο  γονιών  φαίνεται  να  προκύπτει  ως  αποτέλεσμα  της  κατανομής  των  ρόλων  στις  οικογένειες.  Ο  πατέρας  συνήθως  έπαιρνε  το  ρόλο  του  «κουβαλητή»,  αυτού  που  θα  πάει  στη  δουλειά  και  θα  προσφέρει  όλα  όσα  (υλικά)  χρειάζεται  η  οικογένεια.  Έπαιρνε  επίσης  το  ρόλο  του  «αρχηγού», αυτού  που  θα  αναλάβει  όλες  τις  υποχρεώσεις  και  θα  πάρει τις  μεγάλες  αποφάσεις.  Το  ρόλο  του  «τιμωρού»  που  θα  τιμωρήσει  και  θα  βάλει  τα  πράγματα  στη  θέση  του.  Από  την  άλλη  η  μητέρα  ήταν  αυτή  που  αναλάμβανε  τη  φροντίδα,  τη  θαλπωρή,  τη  στήριξη,  τη  σύνδεση  με  το  παιδί.  Ο  πατέρας  ήταν  το  «στιβαρό  σώμα»,  ενώ  η  μητέρα  η  «ζεστή  αγκαλιά»  της οικογένειας.  Αναπόφευκτα  λοιπόν,  γίνεται  κατανοητό  πως  αυτή  η  κατανομή  των  ρόλων,  εκσφενδόνιζαν  ουσιαστικά  τον  πατέρα  από  μια  βαθύτερη  συναισθηματική  σύνδεση  με  το  παιδί  του.

Η  παραδοχή  αυτή  έχει  μεταβιβαστεί  από  γενιές  σε  γενιές  και  έχει  εσωτερικευτεί  τόσο  καλά  μέσα  μας,  που  πλέον  η  κατανομή  ρόλων  μεταξύ  των  γονέων  ερμηνεύεται  ως  έμφυτο  χαρακτηριστικό  τους.  Δηλαδή,  μητέρες  και  πατέρες,  θεωρούν  πως  το  μεγάλωμα  των  παιδιών  είναι  καθαρά  «γυναικεία  υπόθεση  και  πως  μόνο  οι  γυναίκες  διαθέτουν  τα  απαραίτητα  βιολογικά  ένστικτα  για  να  κατανοήσουν  και  να  ανταποκριθούν  αποτελεσματικά  στις  ανάγκες  των    παιδιών   τους.  Αντιθέτως  οι  πατέρες  κρίνονται  «και  από  τη  φύση  τους»  ακατάλληλοι  και  ανίκανοι  για  αυτό  το  ρόλο,  αφού  δεν  διαθέτουν  τα  απαραίτητα εφόδια  ώστε  να  μπορούν  να  συνδεθούν  και  να  αφουγκραστούν  το  παιδί  τους,  αλλά  είναι  προορισμένοι  για  να  «στηρίζουν» (κυρίως  οικονομικά),  αποκλεισμένοι  από  το  συναίσθημα,  την  οικογένεια.

Η  διαφορετική  κατανομή  των  ρόλων  και  η  πεποίθηση  για  διαφορετικά βιολογικά  χαρακτηριστικά  μεταξύ  των  δυο  γονέων, έχει δημιουργήσει στο  σήμερα δυο  μοντέλα, με  κοινό  παρονομαστή  τον  εκτοπισμό  του  πατέρα  από  τη  δημιουργία  συναισθηματικής  σύνδεσης  με  το  παιδί  του.  Το  πρώτο  μοντέλο  είναι  αυτό  που  ο  ίδιος  ο  πατέρας,  λόγω  των  εσωτερικευμένων  μοτίβων  και  του  δικού  του  τρόπου  ανατροφής,  θεωρεί  τον  εαυτό  του  ανίκανο  αλλά  και  εκτός  ρόλου  του  την  οποιαδήποτε  συναισθηματική  εμπλοκή. Χαρακτηριστικές  είναι  οι  φράσεις «δεν  είναι  αυτά  τα  πράγματα  για  μένα»,  «τι  θα  γίνω  εγώ…,  μαμά?»,  « είναι  δυνατόν  ο  άντρας  να  αλλάζει  πάνες  ή  να  παρηγορεί?»,  «δεν  τα  μπορώ  καθόλου  αυτά..,  εσύ  τα  ξέρεις/  δική  σου  δουλεία  είναι,  εγώ  κάνω  άλλη  δουλειά».  Ουσιαστικά  αυτό  που  συμβαίνει  σε  αυτή  την  περίπτωση  είναι  πως  ο  ίδιος  ο  πατέρας  αποσύρεται  από  κάθε  συναισθηματική  σύνδεση  με  το  παιδί  του  και  εναρμονίζεται  απόλυτα  με  τις  επιταγές  του  ρόλου  του,  μεταθέτοντας  όλο  το  φορτίο  της  ψυχικής  υγείας  και  ανάπτυξης  του  παιδιού  στην  μητέρα.  Το  δεύτερο  μοντέλο (που  τελευταία  παρατηρώ  να  συμβαίνει  αρκετά  συχνά)  είναι  η  μητέρα  αυτή  τη  φορά,  εναρμονισμένη  με  τις  εσωτερικευμένες  αντιλήψεις  της  μονόπλευρης  ανατροφής,  να  απομακρύνει  η  ίδια  τον  πατέρα  από  το  μεγάλωμα  του  παιδιού,  κρίνοντας  τον  ακατάλληλο, καθώς  μόνο  εκείνη  γνωρίζει  ή  τα  κάνει  καλά  και  ο  πατέρας  από  την  άλλη  να  «εξαναγκάζεται»  ως  θύμα  αυτής  της  παγιωμένης  αντίληψης  να  συμμορφώνεται  σε  αυτόν  το  ρόλο  του  θεατή.  

    Και  στις  δυο  περιπτώσεις  ολόκληρο  το  οικογενειακό  σύστημα  υστερεί,  χωρίς  να  το  ξέρει  και  χωρίς  να  το  θέλει.  Ο  πατέρας  χάνει  μια  τόσο  βαθιά  σύνδεση  με  το  παιδί  του.  Αντίστοιχα  και  το  ίδιο  το  παιδί  χάνει  την  τρυφερή   αυτή  πλευρά  του  πατέρα Και  οι  δυο  το  χρειάζονται  και  οι  δυο  το  έχουν  ανάγκηΠολλές  είναι  οι  έρευνες  πλέον  που  αποδεικνύουν  πως  και  ο  πατέρας  έχει  όλες  τις  συναισθηματικές  ικανότητες  για  να  ανταποκριθεί  ομοίως  αποτελεσματικά  με  την  μητέρα  στις  ανάγκες  του  παιδιού.  Και  ακόμα  περισσότερες  είναι  οι  έρευνες  που  αναδύουν  τη  σημαντικότητα  και  του  πατέρα,  όχι  μόνο  της  μητέρας,  ως  αντικείμενο  αγάπης,  ασφάλειας,  σύνδεσης  για  το  παιδί  και  την ισορροπημένη   ψυχική  του  υγεία  σε  όλα  τα  στάδια  της  ανάπτυξης  του.

Έτσι  λοιπόν  κρίνεται  απαραίτητο  να  αφήσει  ο  πατέρας  αλλά  και  να  τον  αφήσουμε  και  εμείς (η  κοινωνία),  από  θεατής  να  γίνει  συμπρωταγωνιστής  μαζί με  την  μητέρα  σε  όλο  αυτό  το  υπέροχο  ταξίδι  της  γονεικότητας.  Ο  πατέρας  μπορεί  να  γίνει  συμπρωταγωνιστής  από  την  αρχή  κιόλας  της  εγκυμοσύνης  με  την  ενεργή  συμμετοχή  του  καθώς  και  με  την  συναισθηματική  του  υποστήριξη  στη  γυναίκα  του –  μητέρα  και  να  συνεχίσει  να  έχει  ενεργή  παρουσία  και  σύνδεση  με  το  παιδί  του  σε  όλη  την  πορεία  της  ανάπτυξης  του.  Η  παροχή  μιας ασφαλούς- φροντιστικής  φιγούρας  και  από  την  πλευρά  του  πατέρα,  θα  οικοδομήσει  έναν  ισχυρό  συναισθηματικό  δεσμό  με  το  παιδί,  καθοριστικό  για  την  ψυχική  του  ανάπτυξη  και  την  μετέπειτα  εξέλιξη  του. Παιδιά  των  οποίων  οι  πατέρες  συμμετέχουν  ενεργά  στην  ανατροφή  τους  από  τη  βρεφική  ηλικία,  τείνουν  να  είναι  πιο  συναισθηματικά  ασφαλή,  αυτόνομα,  ανεξάρτητα  και  «ευτυχισμένα».  Έχουν  εμπιστοσύνη  στον  εαυτό  τους  και  νιώθουν  μεγαλύτερη  ασφάλεια  και  σιγουριά  στο  να  εξερευνήσουν  το  περιβάλλον  τους.  Παράλληλα  νιώθουν  μεγαλύτερη  ασφάλεια  και  με  τους  άλλους,  διαμορφώνοντας  πιο  υγιείς  και  λειτουργικές  διαπροσωπικές  σχέσεις. Έτσι,  μέσα  και  από  αυτή  τη  στενή  σύνδεση  με  τον  πατέρα  έχουν  αποκτήσει  σπουδαία  εφόδια  για  τη  σχέση  τους  με  τον  εαυτό  τους  αλλά  και  με  τους  άλλους,  που  θα  τους  συντροφεύουν  και  στην  ενήλικη  ζωή  τους,  Ένα  συναισθηματικά  γεμάτο  παιδί,  ιδίως  όταν  προκύπτει  και  από  τους  δυο  γονείς,  γίνεται  ένας  γεμάτος  ενήλικας  με  ισχυρή  αυτοπεποίθηση και  εμπιστοσύνη  να  ανακαλύψει  τον  κόσμο,  τους  άλλους,  τη  ζωή. Ταυτόχρονα,  ο  στενός  συναισθηματικός  δεσμός  θα  δώσει  την  ευκαιρία  και  στον  πατέρα  να  βιώσει  τη  ζεστή  αυτή  πλευρά  της  πατρότητας,  την  οποία  είτε  συνειδητά  είτε  ασυνείδητα,  είχε  αποστερηθεί  και  να  πρωταγωνιστήσει  στην  ανάπτυξη  του  παιδιού  του,  στο  δικό  του  δηλαδή  έργο,  του  οποίου  μέχρι  πρότινος  ήταν  απλώς  θεατής.

Ο  πατέρας  για  να  δημιουργήσει  έναν  ισχυρό  συναισθηματικό  δεσμό  με  το  παιδί  του  χρειάζεται  προπάντος  να  είναι  παρών  και  διαθέσιμος,  από  την  αρχή  και  σε  όλη  τη  διάρκεια  της  ανάπτυξης  του  παιδιού.  Να  μπορεί  να  αφουγκράζεται  και  να  κατανοεί  τα  συναισθήματα  και  τις  ανάγκες  του  και  να  ανταποκρίνεται  σε  αυτές.  Η  αδιαφορία  ή  η  παραμέληση  τους  δεν  είναι  τρόπος  «σκληραγώγησης»  ή  πειθαρχίας,  αλλά  πολύ  χειρότερα  οδηγούν  τα  παιδιά  σε  ανασφάλεια  και  εξαρτητικότητα.  Παράλληλα  είναι  σημαντικό  να  απαλλαχθεί  από  το  ρόλο  του  «αυστηρού  τιμωρού»  ή  του  «αρχηγού»  και  να  δίνει  χώρο  στο  παιδί  να  εκφράζει ανοιχτά  τα  συναισθήματα  του,  τα  οποία  χρειάζεται  να  σέβεται  και  όχι  να  επικρίνει.  Ταυτόχρονα  είναι  χρήσιμο  και  ο  ίδιος  να  μοιράζεται  τα  δικά  του  συναισθήματα.  Έτσι  το  παιδί  μαθαίνει  να  εξωτερικεύει  τα  συναισθήματα  του  αντί  να  τα  καταπιέζει,  αισθάνεται  την  οικογένεια  ως  ένα  ασφαλές  καταφύγιο  στο  οποίο  μπορεί  να  βασιστεί  για  να  προχωρήσει  αργότερα  στον  κόσμο  και  παράλληλα  αισθάνεται  αποδεκτό,  ικανό  και  άξιο  να  ακουστεί  και  να  αγαπηθεί,  σπουδαία  εφόδια  και  για  τις  μελλοντικές  του  σχέσεις.

Η  πατρική  συναισθηματική  σύνδεση  με  το  παιδί  είναι  εξίσου  σημαντική  όπως  και  η  μητρική  συναισθηματική  σύνδεση  μαζί  του.  Η  δημιουργία  ισχυρού  συναισθηματικού  δεσμού  και  με  τους  δυο  γονείς,  από  την  αρχή  της  ζωής  του  παιδιού,  είναι  καθοριστική  για  την  ομαλή  ψυχική  του  εξέλιξη  και  ανάπτυξη,  η  οποία  θα  καθορίσει  και  την  ενήλικη  ζωή  του.  Έτσι,  εκτός  από  την  μητέρα,  χρειάζεται  και  ο  πατέρας  να  συμπρωταγωνιστήσει  σε  αυτό  το  έργο.  Μητέρα  και  Πατέρας  να  γίνουν  Συμπρωταγωνιστές  στη  δική  τους  παράσταση,  στην  ανάπτυξη  του  παιδιού  τους,  και  να  του  προσφέρουν ό,τι  πιο  πολύτιμο:  Γερές  βάσεις, για  να  μπορέσει  να  πετάξει…..

 

Ειρήνη Ανδρικοπούλου,

Ψυχολόγος- Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια

https://www.facebook.com/sinexelixis

Comments